Το Ψωμί στην Παράδοση

Η Καλλιέργεια των δημητριακών στην Αττική

ΤΟ ΟΡΓΩΜΑ

Η σπορά γινόταν τον Οκτώβριο-Νοέμβριο μήνα. Όμως η προεργασία είχε ξεκινήσει ήδη από την Ανοιξη όπου τότε είχε γίνει το όργωμα. Το ζευγάρισμα γινόταν από δύο ζώα συνήθως μουλάρια.

Στη διάρκεια όμως του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου αντικαταστάθηκαν,αφού,τα μουλάρια είχαν επιταχθεί από το στρατό, με τα φιλόπονα και υπομονετικά γαϊδουράκια. Τα ζώα έσερναν το αλέτρι που ήταν ξύλινο. Μπροστά είχε ένα υνί πού ήταν μεταλλικό για να είναι σκληρό και μυτερό για να σκάβει τη γη. Πίσω το αλέτρι είχε δύο ξύλινα χερούλια που τα κρατούσε ο γεωργός και έσπρωχνε και έτσι το υνί όργωνε και αυλάκωνε τη γη. Το αλέτρι με τις δύο λαβές λεγόταν ‘’γερμανικό’’. Στις πλαγιές των βουνών όπου το όργωμα ήταν πιο δύσκολο γινόταν από το αλέτρι που είχε ένα χερούλι που παλαιότερα ήταν ξύλινο και αργότερα έγινε μεταλλικό. Το αλέτρι αυτό λεγόταν ‘’κουτσούρα’’.

Η ΣΠΟΡΑ

Το Σεπτέμβριο μήνα καθάριζαν τα χωράφια από τα αγκάθια και τα χόρτα και τα ετοίμαζαν για τη σπόρα. Αρχικά προετοίμαζαν το σπόρο που θα χρησιμοποιούσαν κασκινίζοντάς τον. Έτσι φύτευαν. Από βραδύς έβαζαν μέσα στο σπόρο που θα χρησιμοποιούσαν την άλλη μέρα, ρόδι και σκόρδο, για να έχουν καλή σοδειά. Το πρωί πάλι που ξεκινούσαν για το χωράφι στις τρείς ή πέντε η ώρα αν συναντούσαν κάποιον στο δρόμο δεν του μιλούσαν και συνέχιζαν την πορεία τους.

Αυτές οι προλήψεις ήταν σημαντικές για τους ανθρώπους και τις τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια γιατί η ζωή τους εξαρτιόταν τα χρόνια αυτά από την καλή σοδιά. Οταν έφταναν στο χωράφι αρχικά με το αλέτρι σχημάτιζαν κάποια όρια σε σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμο και μέσα εκεί άρχιζαν να σπέρνουν . Έριχναν τον καρπό μέσα σε ένα κουβά ή μέσα στην ποδιά που είχαν δεμένη στη μέση τους. Με το χέρι έπαιρναν το στάρι και το έριχναν στη γη και συνέχιζαν με τον ίδιο τρόπο μέχρι να καλύψουν όλο το χωράφι. Αφού έτσι τελείωνε η πρώτη φάση της σποράς ακολουθούσε το σβάρνισμα

Το σβάρνισμα [3] γινόταν με τα ζώα που πίσω τους έσερναν μια σανίδα ή μεταλλική ράγα και προχωρώντας τα ζώα η σβάρνα [4] κάλυπτε με χώμα το σπόρο. Πιο παλιά μάλιστα το σβάρνισμα γινόταν και με ένα κλαδί από δέντρα. Επειδή το χωριό είναι ορεινό και το καλλιεργήσιμο έδαφος είναι λιγοστό έσπερναν ακόμη και στις πλαγιές. Εκεί για να σκεπάσουν το σπόρο χρησιμοποιούσαν την αξίνα. Η αξίνα είναι ένα γεωργικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλική κόψη που έκοβε και από τις δυο πλευρές. Η μία πλευρά είναι μυτερή και η άλλη έμοιαζε με τσεκούρι.

Όταν κάποιος περαστικός τύχαινε να περάσει από το χωράφι γινόταν ο εξής διάλογος:

– Καλημέρα.
– Καλημέρα.
– Καλή σοδειά,καλά μπερκέτια.

Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ

Ο θερισμός γινόταν σταδιακά.Ηδη από το Μάϊο μάζευαν τα σανά για τα ζώα.Όμως τον Ιούνιο θέριζαν κυρίως το σιτάρι, γι’ αυτό και ο μήνας αυτός λέγεται από το λαό ‘’Θεριστής ‘’. Πήγαιναν και θέριζαν όπως λέγανε ‘’δανεικά’’. Δηλαδή μαζεύονταν πολλοί μαζί συγγενείς ή γείτονες και θέριζαν το σπόρο τη μια μέρα το χωράφι του ενός και την άλλη μέρα κάποιου άλλου.Ο ένας βοηθούσε τον άλλο καθώς αυτές οι δουλειές την εποχή που δεν είχε γίνει ακόμη η εκμηχάνιση της παραγωγής χρειάζονταν πολλά εργατικά χέρια.

Οι γυναίκες θέριζαν και οι άντρες κουβαλούσαν τα δεμάτια και έφτιαχναν τις θυμωνιές.Ο θερισμός γινόταν με το δρεπάνι. Με το ένα χέρι έπιαναν τα στάχυα(ένα χερόβολο) και με το άλλο χέρι με το δρεπάνι τα έκοβαν και τα έβαζαν σε ένα σημείο. Όταν μάζευαν τρία-τέσσερα χειρόβολα μαζί αυτά αποτελούσαν τη λιμαριά. Η λιμαριά αποτελούσε το 1\3 του δεματιού. Μάζευαν δηλαδή τρία λιμάρια μαζί και τα έδεναν με τα δεματικά [5] και έτσι έκαναν ένα δεμάτι. Όταν έφτιαχναν τέσσερα δεμάτια τα φόρτωναν στα ζώα και τα έφερναν στο αλώνι. Τοποθετούσαν τα δεμάτια σε μια σειρά, ώστε να σχηματίζεται μια πυραμίδα που λεγόταν θυμωνιά.

Ετσι γινόταν ο θερισμός του σιταριού. Το σανό όμως το θέριζαν όπως αναφέραμε πιο πάνω το Μάϊο και τον άπλωναν να ξεραθεί. Μετά τα έδεναν σε δεμάτια με τα δεματικά και τα μετέφεραν στο σπίτι όπου τα αποθήκευαν στο στάβλο με τα ζώα. Όσον αφορά το βίκο, αφού ξεχώριζαν τον καρπό, το σανό τον έβαζαν μέσα σε κασόνια, όπου είχαν βάλει σύρματα και με αυτά έδεναν το σανό σε μπάλες.

ΑΛΩΝΙΣΜΑ

Το αλώνισμα, όπως άλλωστε και όλες οι άλλες αγροτικές εργασίες πολύ νωρίς πριν τις πέντε το πρωί. Πρώτα έπαιρναν τα δεμάτια από τις θυμωνιές, τα έλυναν και τα σκορπούσαν μέσα στο αλώνι. Μετά έβαζαν τα ζώα να τρέξουν χωρίς ντουγένια για να σκορπίσουν τα δεμάτια. Στη συνέχεια έδεναν στα ζώα τα ντουγένια. Τα ντουγένια ήταν ξύλινες σανίδες που στο κάτω μέρος είχαν μετταλικές λεπίδες για να κόβουν το σπόρο από το στέλεχος. Πάνω στα ντουγένια στέκονταν άντρες μετά άλλαζαν και ανέβαιναν οι γυναίκες και στη συνέχεια τα παιδιά ώστε να ξεκουράζονται. Με το βάρος τους όμως πιεζόταν καλύτερα και ξεχώριζε ο καρπός. Οι ομάδες των εργατών άλλαζαν κάθε δύο ώρες περίπου. Οι άλλοι εργάτες με το κάρπολο [7] και τα δικούλια γύριζαν τον καρπό για να αλωνιστεί καλύτερα.

Τα ντουγένια ήταν δεμένα το κάθε ένα σ’ένα άλλο ζώο. Αλλά και τα ζώα ήταν δεμένα μεταξύ τους σε μια σειρά με σχοινιά. Τα σχοινιά αυτά τα έδεναν σε κόμπο και έφτιαχναν θηλιές. Μέσα σε κάθε μια έβαζαν το κεφάλι ενός ζώου. Η κατασκευή αυτή με τα σχοινιά λεγόταν λιάκος και ο ρόλος του ήταν να κατευθύνει τα ζώα στο αλώνι. Συνήθως χρησιμοποιούσαν δυο σειρές με πέντε έως επτά ζώα η κάθε μια. Η πρώτη πήγαινε μπροστά και ακολουθούσε η δεύτερη πιο πίσω. Στο πρώτο και το τελευταίο ζώο κάθε σειράς υπήρχε και ένα σχοινί με το οποίο τραβούσαν δεξιά ή αριστερά όλη τη σειρά των ζώων. Λειτουργούσε θα λέγαμε σαν τιμόνι, για να κατευθύνει τα ζώα, πότε δεξιά, πότε αριστερά, για να ξεζαλίζονται.

Όταν τελείωνε το αλώνισμα μάζευαν το λιώμα,το άχυρο και το σιτάρι και το ετοίμαζαν για το λίχνισμα.Μετά με σκούπες από θυμάρι του βουνού σκούπιζαν το αλώνι από τα υπολείμματα. Το αλώνισμα των ρεβυθιών γινόταν με παρόμοιο τρόπο. Στο κέντρο του αλωνιού υπήρχε ένα ξύλο πάνω στο οποίο έδεναν ένα ζώο που γύριζε γύρω-γύρω. Ένα παιδάκι τραβούσε το ζώο για να προχωρεί ενώ με το κάρπολο [7] και τι δικούλι [8] γύριζαν τον καρπό.

Τα αλώνια ήταν στρογγυλά και χωμάτινα στο Βαρνάβα σώζεται όμως και ένα πέτρινο. Υπήρχαν δημόσια και ιδιωτικά αλώνια. Το πρώτο αλώνι στο χωριό ήταν στη σημερινή πλατεία, μεταφέρθηκε όμως, επειδή σηκωνόταν πολλή σκόνη, στο χωριό που είναι σήμερα το δημοτικό σχολείο και αργότερα στα αλώνια των Αδάμεων και πιο ύστερα ακόμα πιο έξω από το χωριό.

Ιδιωτικά αλώνια αναφέρονται των:

  1. Μυλωνά Δημήτρη ή Σαλμά
  2. Θεοδωρή Γιάννη
  3. Αλεξέων που σώζεται και σήμερα
  4. Δήμα Σωτήρη που ήταν πέτρινο

Η σειρά με την οποία κάποιος θα αλώνιζε ανακοινώνονταν από την προηγούμενη μέρα από τον πελάτη του χωριού. Ένα ευτράπελο γεγονός συνδέεται με το αλώνισμα. Κάθε φορά που ο ντελάλης ανακοίνωνε οτι την επόμενη μέρα αλωνίζει ο τάδε (συγκεκριμένος κάτοικος του χωριού) όλοι ήξεραν ότι τη μέρα αυτή θα έβρεχε. Λειτουργούσε ο συγκεκριμένος σαν πρότυπο μετεωρολογικό δελτίο καιρού.

Μέχρι να έλθει η ώρα για το αλώνισμα οι θυμωνιές περίμεναν στο αλώνι. Ένας αγροφύλακας φύλαγε τις θυμωνιές από φωτιά ή από ζώα. Αυτός επειδή παλαιότερα δεν υπήρχαν χρήματα πληρονόταν σε είδος, δηλαδή με σιτάρι. Ένας τενεκές λαδιού γεμάτος σιτάρι ήταν το μισάδι. Δυο τενεκέδες λαδιού στάρι ήταν το κιλό.

ΤΟ ΛΙΧΝΙΣΜΑ

Το τελευταίο στάδιο στη διαδικασία της σιγκομιδής του σιταριού και της μεταφοράς του στο σπίτι για φύλαξη, ήταν το λίχνισμα. Περίμεναν στις δυό – τρείς το πρωί να αρχίσει να φυσάει. Τότε έπαιρναν μια ποσότητα από το άλεσμα με την λιωπάτα [9] και πετώντας το ψηλά με τη βοήθεια του αέρα γινόταν ο διαχωρισμός σε άχυρο και καρπό.

[1] Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού – Οδηγός Αττικής – Εν Αθήναις Τύποις ‘’ΠΥΡΣΟΥ” Α.Ε. 1930
[2]
ζαργάνες: αμπελοφάσουλα

[3] σβάρνισμα: η κάλυψη του σπόρου με χώμα

[4] σβάρνα: εργαλείο που χρησίμευε για την κάλυψη του σπόρου.

[6] δεματικά: σχοινιά για το δέσιμο των δεματιών από στάχυα. Τα δεματικά ήταν κατασκευασμένα από σίκαλη

[7] κάρπολο: φτυάρι

[8] δικούλια: πιρούνα

[9] λιωπάτα: ξύλινο φτυάρι με μύτες στα άκρα για λίχνισμα

Στη συνέχεια αφού τελειωνε το λίχνισμα περνούσαν το σιτάρι από ένα μεγάλο κόσκινο το δρυμόνι για να ξεκαθαρίσει το σιτάρι από τα υπολείματα του άχυρου. Το τριμόνι ήταν στρογγυλό. Στην μια άκρη είχε ένα χαλκιδάκι όπου έμπαινε ένα ξύλο. Κάποιος κούναγε το ξύλο και έτσι το κόσκινο κινιόταν και κοσκίνιζε το σιτάρι. Μετά έβαζαν το σιτάρι σε σακιά και το μετέφεραν στο σπίτι. Εκεί το διατηρούσαν μέσα στα σακιά ή μέσα σε ξύλινες αποθήκες και έπαιρναν από κει τη ποσότητα που ήθελαν κάθε φορά. Τα άχυρα τα φύλαγαν στην αποθήκη μέσα στο στάβλο και αποτελούσαν την τροφή των ζώων.

ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ

Στη διάρκεια που γινόταν οι αγροτικές εργασίες η οικογένεια ξυπνούσε πολύ νωρίς γιατί έπρεπε να αρχίσουν δουλειά στις τρείς με πέντε το πρωί.Απαραίτητο ήταν λοιπόν ένα γερό πρόγευμα, από τηγανόπιτες, ρέγκα, ψωμί, ελιές, τυρί και οπωσδήποτε κρασί. Στις δέκα το πρωί, αφού ήδη είχαν δουλέψει για αρκετές ώρες και είχαν κουραστεί έκαναν διάλειμα για το κολατσιό που συνήθως ήταν απλό και πρόχειρο, ελιές, πατάτες βραστές, ντομάτες, κρεμμύδια και ψωμί.

Το μεσημεριανό ήταν στις δώδεκα με μία το μεσημέρι. Έφερναν στο χωράφι το φαγητό που είχαν μαγειρέψει στο σπίτι μέσα σε μεγάλο καζάνι. Συνήθως μαγείρευαν φασολάδα, πατάτες, μακαρόνια. Η μεταφορά του καζανιού γινόταν με τα χέρια και για να μην καίγονταν χρησομοποιούσαν τσουβάλια.

Πρώτα έτρωγαν οι άντρες, μετά οι γυναίκες και στο τέλος τα παιδιά.

Υ.Γ. Οι πιο πάνω περιγραφές αποτελούν αποσπάσματα από το βιβλίο «Σμιλεύοντας τις Μνήμες» (από την ζωή των κατοίκων της κοινότητας Βαρνάβα) της Λαογραφικής εταιρείας και του Ιστορικού Λαογραφικού Μουσείου Βαρνάβα.

 

Το Κουλούρι του Γάμου

H Πέμπτη ή τη Παρασκευή πριν από τον Γάμο είναι η ημέρα αφιερωμένη στο κουλούρι του γάμου.

Η μάνα του γαμπρού ή της νύφης καλεί τις φίλες της γύρω στα δέκα άτομα και για τις οποίες είναι μεγάλη τιμή που συμμετέχουν σε αυτή την διαδικασία. Οι καλεσμένες έρχονται στο σπίτι με δώρα λούζοντας την μάνα με ευχές. Η μάνα συγκινημένη έχει ζυμώσει το λειψό ζυμάρι για τα κεντήματα κερνάει τις καλεσμένες με γλυκά και αφού φορέσουν τις ποδιές τους κάθονται στο τραπέζι και πάνω σε πλαστήρια αρχίζουν να φτιάχνουν τα κεντήματα.

Τα κεντήματα έχουν τον συμβολισμό τους. Το σταφύλι την θεία κοινωνία και την ευλογία, το στάχυ την γονιμότητα, το κρινάκι την ευχάριστη είδηση, η δάφνη την νίκη, τα άνθη λεμονιάς τους καρπούς του ζευγαριού, η ντάλια την ευτυχία. Στην καρδιά των κεντημάτων ζυμώνει η μάνα το ζυμάρι.

Τελειώνοντας τα κεντήματα, ετοιμάζουν τα ταψιά με τα κουλούρια , που είναι τρία για την μάνα του γαμπρού και ένα για την μάνα της νύφης. Η μάνα του γαμπρού φτιάχνει ένα κουλούρι για τον γαμπρό, ένα για τον κουμπάρο και ένα της εκκλησίας. Όταν ανέβει το ζυμάρι το βάζουν στα ταψιά και τοποθετούνε τα κεντήματα με ευλάβεια και ευχές. Βάζει η μάνα μια πετσέτα από πάνω κερνάει αυτή πρώτη το κουλούρι και μετά όλες οι καλεσμένες με χρήματα, λουλούδια ρύζι, καραμέλες και πολλές φορές βαμβάκι με σπόρο που συμβολίζει την σπορά και τα βαθιά γεράματα του ζευγαριού. Τα βάζουν στο φούρνο να ψηθούν ενώ αρχίζει το γλέντι που περιλαμβάνει φαγητό, κρασί, τραγούδι και χορό. Στο γλέντι του γάμου του νιόπαντρου ζευγαριού, το κουλούρι τοποθετείται πάνω σε ένα ποτήρι ενώ ταυτόχρονα σπάζοντάς το η νύφη και ο γαμπρός προσπαθούν ο ένας να αποσπάσει περισσότερο μερίδιο από τον άλλον. Στην συνέχεια πετούν στους καλεσμένους κομμάτι – κομμάτι το κουλούρι ή το προσφέρουν με δίσκο ανάλογα την περίσταση.

 

Η Κυρά Σαρακοστή

Κυρά Σαρακοστή είναι η μορφή μιας γυναίκας που φτιάχνεται από ζυμάρι. Πρόκειται για ένα έθιμο ιδιαίτερα διαδεδομένο, με θρησκευτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Αρχικά, σχηματίζουμε με το ζυμάρι μία γυναικεία μορφή και τοποθετούμε στο κεφάλι της έναν σταυρό. Δεν της βάζουμε ποτέ στόμα, γιατί νηστεύει, ούτε μύτη ώστε να μην μπορεί να μυρίζει και ζηλεύει. Τα χέρια της είναι πάντα σταυρωμένα, γιατί προσεύχεται. Άλλωστε η περίοδος της μεγάλης Σαρακοστής είναι περίοδος νηστείας και προσευχής για τους χριστιανούς. Τέλος, της βάζουμε επτά πόδια, τα οποία συμβολίζουν τις επτά εβδομάδες που μεσολαβούν από την Καθαρή Δευτέρα μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα. Κάθε εβδομάδα που περνά κόβουμε και ένα πόδι.

Η Κυρά Σαρακοστή, επομένως, συμβόλιζε τη νηστεία πριν από το Πάσχα, ενώ ταυτόχρονα είναι ένα είδος ημερολογίου.

Την Κυρά Σαρακοστή
που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν
με αλεύρι και νερό!

Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι της σταυρό
και το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό!

Και μετρούσαν τις ημέρες
με τα πόδια της εφτά
κόβαν ένα τη βδομάδα
μέχρι να ΄ρθει η Πασχαλιά!

 

Κάλαντα του Λαζάρου

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε των Βαγιών η εβδομάδα.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.

Πού ήσουν Λάζαρε; Πού ήσουν κρυμμένος;
Κάτω στους νεκρούς, σαν πεθαμένος.

Δε μου φέρνετε, λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου πικρό φαρμάκι.

Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι,
Που ‘ν’ το στόμα μου, σαν περιβόλι.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μάνα σου από την πόλη,
σου ’φέρε χαρτί και κομπολόι.

Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη,
γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι.

Το κοφνάκι μου θέλει αυγά,
κι η τσεπούλα μου θέλει λεφτά.

Βάγια, Βάγια και Βαγιώ.
τρώνε ψάρι και κολιό.
Και την άλλη Κυριακή,
τρώνε το ψητό τ’ αρνί.